Η κλιματική αλλαγή, οι καύσωνες και οι φυσικές καταστροφές κόστισαν στην ελληνική οικονομία περίπου 2 δισ. ευρώ, ή 0,9% του ΑΕΠ της, κατά την περίοδο από τις αρχές Μαΐου έως τις 4 Αυγούστου, σύμφωνα με υπολογισμούς της Allianz Research. Με άλλα λόγια, δεδομένου ότι οι επίσημες προβλέψεις φορέων για την ανάπτυξη φέτος την τοποθετούν στην περιοχή του 2,2%-2,4%, αυτό σημαίνει ότι «κάηκε» ένα ποσοστό λίγο μικρότερο από τη μισή προβλεπόμενη ανάπτυξη. Αντίστοιχη απώλεια ΑΕΠ με την Ελλάδα εκτίμησε ο οίκος για την Ισπανία (1%), μικρότερη για τη Γαλλία (0,1%) και μεγαλύτερη για την Κίνα (1,3%). Γενικά, υποστηρίζει ότι το πλήγμα της κλιματικής αλλαγής θα είναι εντονότερο στις ασθενέστερες και μη διαφοροποιημένες οικονομίες. Σημειώνει ότι στους 32 βαθμούς Κελσίου, η ικανότητα εκτέλεσης σωματικής εργασίας μειώνεται κατά 40%.

Οταν οι θερμοκρασίες εκτινάσσονται στους 38° C, η παραγωγικότητα των εργαζομένων υποχωρεί κατά τα δύο τρίτα.

Το θερμικό στρες προβλέπεται ότι θα μειώσει τις συνολικές πιθανές ώρες εργασίας παγκοσμίως κατά 2,2% έως το 2030.

37,1° C η μέση μέγιστη θερμοκρασία τον φετινό Ιούλιο στην Αθήνα.

43% των συνολικών ωρών του Iουλίου είχαν ισχυρή θερμή επιβάρυνση.

6 ώρες κατά τη διάρκεια του Ιουλίου επικρατούσαν συνθήκες ακραίας θερμής επιβάρυνσης.

20% αυξάνεται η θνησιμότητα στην Αθήνα τις ημέρες με καύσωνα.

80% αυξήθηκε η θνησιμότητα το διάστημα 28/7-6/8/2021, σε συνδυασμό με τη φωτιά στη Βαρυμπόμπη.

Σχεδόν 1% του ΑΕΠ έχουν κοστίσει στην Ελλάδα οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, συμπεριλαμβανομένου του καύσωνα και των φυσικών καταστροφών, από τις αρχές Μαΐου έως τις 4 Αυγούστου, σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Allianz Research. Το ποσοστό αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό, καθώς «αφαιρεί» ουσιαστικά λίγο λιγότερο από τη μισή ανάπτυξη που έχει εκτιμηθεί ότι θα καταγράψει η ελληνική οικονομία φέτος. Σημειώνεται πως, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της κυβέρνησης, της Τράπεζα της Ελλάδος, της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ο ρυθμός ανάπτυξης της Ελλάδας φέτος έχει τοποθετηθεί στο 2,2% με 2,4%, χωρίς φυσικά να υπολογιστούν τα κόστη αυτά.

Πιο αναλυτικά, όπως σημειώνει η Allianz, τους τελευταίους περίπου δύο μήνες οι ΗΠΑ, η Ευρώπη, η Κίνα και άλλες χώρες της Ασίας αντιμετώπισαν υψηλές θερμοκρασίες ρεκόρ, γεγονός που υπογραμμίζει τον φυσικό κίνδυνο της κλιματικής αλλαγής και αμφισβητεί την οικονομική ανθεκτικότητα στις ακραίες θερμοκρασίες. Η κλιματική αλλαγή θα αυξήσει τη συχνότητα και την ένταση του ακραίου καύσωνα, καθιστώντας τα κύματα καύσωνα, τις ξηρασίες και τις πυρκαγιές τη «νέα κανονικότητα». Τέτοια γεγονότα δεν επηρεάζουν μόνο τους ανθρώπους και την άγρια ζωή, αλλά και τις οικονομίες, όπως τονίζει ο οίκος.

Οι φυσικές καταστροφές έχουν σημαντικές, έμμεσες αλλά και άμεσες αρνητικές οικονομικές συνέπειες. Οι καθαρές μακροοικονομικές απώλειες είναι πιθανό να είναι μικρές για τις μεγάλες, ανεπτυγμένες οικονομίες, καθώς είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν καλύτερα τα αρνητικά σοκ από το μέτωπο της παραγωγής (π.χ. αντιστάθμιση της χαμένης παραγωγής με αυξημένη παραγωγή αλλού). Επιπλέον, ενώ η καταστροφή του κεφαλαιακού αποθέματος επηρεάζει το ΑΕΠ μόνο ελαφρώς και μάλλον μακροπρόθεσμα, τα μέτρα ελάφρυνσης (κυρίως χρηματοδοτούμενα από το χρέος) που δίνουν οι κυβερνήσεις εμφανίζονται αμέσως στη μέτρηση του ΑΕΠ. Οι έμμεσες οικονομικές επιπτώσεις είναι γενικά πιο σοβαρές για τις χώρες χαμηλού εισοδήματος και τις μικρότερες, λιγότερο διαφοροποιημένες οικονομίες.

Επιπλέον, οι εργαζόμενοι που επηρεάζονται από τη ζέστη μειώνουν τις ώρες εργασίας τους, ενώ η μειωμένη παραγωγικότητα ως αποτέλεσμα των ακραίων θερμοκρασιών είναι ένα καλά τεκμηριωμένο φαινόμενο, τονίζει η Allianz. Οι αρνητικές επιπτώσεις είναι πιο έντονες σε φτωχές χώρες που έχουν συχνά υψηλότερη έκθεση (π.χ. Αφρική, Νότια Ασία) και ευπάθεια (π.χ. ποιότητα κατοικίας, κλιματισμός). Ο αποφασιστικός παράγοντας για τις απώλειες παραγωγικότητας είναι ο αριθμός των ημερών με υπερβολική ζέστη (συνήθης μέτρηση: ημέρες με θερμοκρασίες πάνω από 32° C). Σύμφωνα με επίσημες έρευνες, η ικανότητα εκτέλεσης σωματικής εργασίας μειώνεται κατά περίπου 40% όταν οι θερμοκρασίες αγγίζουν τους 32 βαθμούς Κελσίου. Επιπλέον, όταν οι θερμοκρασίες εκτινάσσονται στους 38° C, η μείωση της παραγωγικότητας είναι ακόμη πιο δραματική, υποχωρώντας κατά τα δύο τρίτα.

Ο αντίκτυπος παγκοσμίως

Με μια πρώτη προσέγγιση, και χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή, η Allianz υπολογίζει τον αντίκτυπο του φετινού καύσωνα στο ΑΕΠ στις Ηνωμένες Πολιτείες, στη Νότια Ευρώπη και στην Κίνα. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η Κίνα έχει ήδη χάσει 1,3% του ΑΕΠ από τις επιπτώσεις του φετινού καύσωνα και της κλιματικής αλλαγής, η Ισπανία 1% και η Ελλάδα 0,9% του ΑΕΠ. Η απώλεια για την Ιταλία πλησιάζει τη μισή μονάδα, οι ΗΠΑ έχασαν το ένα τρίτο της μονάδας και η Γαλλία το 0,1% του ΑΕΠ. Στην Ελλάδα καταμετρήθηκαν 35 μέρες με θερμοκρασίες άνω των 32 βαθμών Κελσίου από τις αρχές Μαΐου έως τις 4 Αυγούστου, στην Ισπανία 37 ημέρες, στην Ιταλία 19 ημέρες, στη Γαλλία 2 ημέρες, στις ΗΠΑ 13 και στην Κίνα 47 ημέρες. Συνολικά, χρησιμοποιώντας τους συντελεστές στάθμισης στο παγκόσμιο ΑΕΠ, ο απολογισμός της κλιματικής αλλαγής είναι ένα κόστος κοντά στο 0,6% της ανάπτυξης φέτος διεθνώς, κάτι που είναι σημαντικό και υπογραμμίζει την επιβάρυνση του κλιματικού κινδύνου.

Ο Αμερικανός πρόεδρος Τζο Μπάιντεν ανέφερε πρόσφατα ότι οι ετήσιες απώλειες τα τελευταία χρόνια που μπορούν να αποδοθούν στις οικονομικές και κοινωνικές συνέπειες της υπερβολικής ζέστης για τις Ηνωμένες Πολιτείες αγγίζουν τα 100 δισ. δολ. Η Ευρωπαϊκή Ενωση έχασε περισσότερα από 600 τρισ. δολάρια μεταξύ 1980 και 2021 λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών και τα κύματα καύσωνα ήταν υπεύθυνα για το 13% του κόστους, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Περιβάλλοντος. Σε παγκόσμιο επίπεδο, σύμφωνα με τη Διεθνή Οργάνωση Εργασίας, το θερμικό στρες προβλέπεται ότι θα μειώσει τις συνολικές πιθανές ώρες εργασίας παγκοσμίως κατά 2,2% έως το 2030 (που ισοδυναμεί με 80 εκατομμύρια θέσεις πλήρους απασχόλησης).

Οπως καταλήγει η Allianz, υπάρχει αυξανόμενη πιθανότητα τα επόμενα καλοκαίρια να μοιάζουν σταδιακά με τις ακραίες συνθήκες που παρατηρήθηκαν πρόσφατα. Τα... καλά νέα είναι ότι η προετοιμασία για τους καύσωνες είναι δυνατή. Τα κύματα καύσωνα, σε αντίθεση με πολλούς άλλους φυσικούς κινδύνους, είναι προβλέψιμα. Η προσαρμογή συνεπώς είναι το «κλειδί». Βραχυπρόθεσμα, μπορούν να ληφθούν μέτρα προειδοποίησης και πρόληψης. Αλλά αυτά πρέπει να συμπληρωθούν με μακροπρόθεσμα μέτρα διαρθρωτικής προσαρμογής που στοχεύουν στην προετοιμασία των πόλεων για την κλιματική αλλαγή (π.χ. ενίσχυση του αστικού πρασίνου) και την εξεύρεση τρόπων για την παραγωγική προσαρμογή των χώρων εργασίας σε αυξημένη θερμική επιβάρυνση (δηλαδή προσαρμογή κτιρίων, υποδομών και ωρών εργασίας).

Ελευθερία Κουρταλή, Καθημερινή