Τη μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα για περιορισμένο χρονικό διάστημα, προσβλέποντας σε ευρωπαϊκή απόφαση που θα επιτρέπει μεγαλύτερη ευελιξία στους δημοσιονομικούς κανόνες, φαίνεται να εξετάζει για πρώτη φορά η κυβέρνηση, προκειμένου να στηριχθούν νοικοκυριά και επιχειρήσεις απέναντι στις επιπτώσεις του πολέμου στη Μέση Ανατολή.
Μέχρι πρότινος, κυβερνητικά στελέχη απέρριπταν κατηγορηματικά ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς ο ΕΦΚ στα καύσιμα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους έμμεσους φόρους και βασικό πυλώνα των δημοσίων εσόδων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του κρατικού προϋπολογισμού, τα έσοδα από τον ΕΦΚ στη βενζίνη ανέρχονται σε 2,095 δισ. ευρώ και από το ντίζελ κίνησης σε 1,5 δισ. ευρώ.
Ωστόσο, με την τιμή της βενζίνης να ξεπερνά τα 2 ευρώ στην Αττική και με πρωτοφανή αβεβαιότητα να κυριαρχεί, δοκιμάζοντας τις αντοχές των καταναλωτών, φαίνεται ότι η κυβερνητική στρατηγική υπό τις σημερινές δυσμενείς συνθήκες αναθεωρείται.
Μετά τον πρωθυπουργό, Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος δήλωσε σε συνέντευξή του στο Bloomberg ότι "θα εξετάζαμε μειώσεις ειδικών φόρων μόνο αν αυτό αποτελούσε ευρωπαϊκή απόφαση", και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο Παύλο Μαρινάκη, ο οποίος ανέφερε χθες ότι "επί της αρχής δεν είμαστε αρνητικοί στη μείωση του ΕΦΚ στα καύσιμα", προσθέτοντας πως "η Ευρώπη μπορεί να πάρει μια απόφαση για ρήτρα διαφυγής ώστε τα κράτη να μπορούν να λάβουν αποφάσεις, ενδεχομένως και για τη μείωση του ΕΦΚ", το σχετικό ενδεχόμενο φαίνεται πλέον να τίθεται ανοικτά στο τραπέζι.
Συνολικά, το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η μείωση του ΕΦΚ είναι εφικτή υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις: είτε με την αντικατάσταση των χαμένων εσόδων μέσω άλλων μέτρων σε εθνικό επίπεδο —κάτι που θεωρείται ανέφικτο— είτε, κυρίως, μέσω μιας ευρωπαϊκής απόφασης που θα επιτρέψει μεγαλύτερη ευελιξία στους δημοσιονομικούς κανόνες.
Επί της ουσίας, η κυβέρνηση επιδιώκει την εφαρμογή μιας ρήτρας διαφυγής για τις ενεργειακές δαπάνες από τις Βρυξέλλες, η οποία θα δίνει τη δυνατότητα το σχετικό δημοσιονομικό κόστος να μη συνυπολογίζεται στο έλλειμμα και στους στόχους για πλεονάσματα.
Την ίδια ώρα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις αρχίζουν να κινητοποιούνται, με την Αυστρία να ανακοινώνει χθες, μεταξύ άλλων, προσωρινή μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα λόγω της εκτόξευσης των τιμών.
Πώς διαμορφώνεται ο ΕΦΚ
Ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης επιβάλλεται στα ενεργειακά προϊόντα (βενζίνη, πετρέλαιο, υγραέριο κ.λπ.) και ενσωματώνεται στην τελική τιμή πώλησης των καυσίμων, επιβαρύνοντας άμεσα τον καταναλωτή.
Πρόκειται για φόρο κατ’ όγκο, δηλαδή υπολογίζεται ανά λίτρο και όχι ως ποσοστό επί της αξίας, γεγονός που σημαίνει ότι παραμένει σταθερός ανεξαρτήτως των διακυμάνσεων της διεθνούς τιμής του πετρελαίου. Για τη βενζίνη, ο φόρος ανέρχεται σε 70 λεπτά ανά λίτρο, ενώ για το πετρέλαιο κίνησης σε 41 λεπτά ανά λίτρο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι ο ΕΦΚ δεν αποτελεί τη μοναδική φορολογική επιβάρυνση. Στην τελική τιμή των καυσίμων επιβάλλεται και ΦΠΑ 24%, ο οποίος υπολογίζεται επί του συνόλου της τιμής, δηλαδή και επί του ίδιου του ΕΦΚ.
Συνολικά, οι φόροι (ΕΦΚ και ΦΠΑ) αποτελούν το 55% έως 65% της τελικής τιμής των καυσίμων στην αντλία, γεγονός που κατατάσσει την Ελλάδα μεταξύ των χωρών με την υψηλότερη φορολογία καυσίμων στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιβάρυνση αυτή επηρεάζει όχι μόνο το κόστος μετακίνησης των πολιτών, αλλά και το κόστος παραγωγής και μεταφοράς αγαθών, συμβάλλοντας καθοριστικά στην αύξηση του πληθωρισμού.
Τι ισχύει στις άλλες χώρες
Η χώρα μας, με ΕΦΚ στα 70 λεπτά ανά λίτρο, βρίσκεται πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος κυμαίνεται περίπου μεταξύ 0,55 και 0,65 ευρώ ανά λίτρο. Χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και η Γαλλία εφαρμόζουν παρόμοια ή και ελαφρώς υψηλότερα επίπεδα φορολογίας, ωστόσο διαθέτουν σημαντικά υψηλότερα κατά κεφαλήν εισοδήματα.
Αντίθετα, χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Βουλγαρία, η Ρουμανία και η Πολωνία, διατηρούν αισθητά χαμηλότερους ΕΦΚ, κοντά ή και κάτω από τα ελάχιστα όρια που θέτει η Ευρωπαϊκή Ένωση, τα οποία ανέρχονται περίπου στα 0,36 ευρώ ανά λίτρο για τη βενζίνη.
Στο πετρέλαιο κίνησης, η Ελλάδα, με 41 λεπτά το λίτρο, βρίσκεται πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ο οποίος κυμαίνεται γύρω στα 0,40–0,50 ευρώ ανά λίτρο. Ωστόσο, και εδώ υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις: χώρες όπως η Γαλλία και το Βέλγιο εφαρμόζουν υψηλότερη φορολογία, ενώ χώρες όπως το Λουξεμβούργο, η Βουλγαρία και η Λιθουανία διατηρούν χαμηλότερους συντελεστές για λόγους ανταγωνιστικότητας, ιδίως στον τομέα των μεταφορών.
Σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, το ποσοστό των φόρων στην τελική τιμή είναι χαμηλότερο, γεγονός που οδηγεί σε αισθητά φθηνότερα καύσιμα.
Σίσσυ Σταυροπιερράκου Capital.gr









