Σε «χαράδρα» τείνει να εξελιχθεί το κατασκευαστικό «κενό» που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στα δημόσια έργα, απειλώντας την επιβίωση δεκάδων εταιρειών, ακόμα και των μεγαλύτερων ομίλων του κλάδου.

Ειδικότερα, όπως αναφέρουν στελέχη των εταιρειών, από την ολοκλήρωση των έργων των μεγάλων οδικών αξόνων στο τέλος του 2017 και μέχρι σήμερα, οι αναθέσεις νέων μεγάλων έργων είναι μηδαμινές, καθώς ο σχεδιασμός έχει αποδειχθεί υποτυπώδης.

«Το πρόβλημα δεν έγκειται μόνο ότι, ούτως ή άλλως, έχει μικρύνει η πίτα των δημοσίων έργων, λόγω των χαμηλότερων κοινοτικών και εθνικών πόρων, που διοχετεύονται για έργα υποδομής, αλλά και ότι για να ανατεθεί ένα έργο, μπορεί να περάσουν ακόμα και δύο χρόνια!», αναφέρει στο economistas.gr ανώτερο στέλεχος του κλάδου.

Οι αριθμοί προβληματίζουν

Οι αριθμοί επιβεβαιώνουν πλέον ότι ο κατασκευαστικός κλάδος βαδίζει σε αδιέξοδο. Το 2017, ο δείκτης παραγωγής έργων πολιτικού μηχανικού (δημόσια έργα) υποχώρησε κατά 18%, ενώ κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2018 (τελευταία διαθέσιμα στοιχεία), η πτώση άγγιξε το 20,2% σε ετήσια βάση.

Ειδικότερα, ο δείκτης προσδοκιών στις κατασκευές δημοσίων έργων διαμορφώθηκε σε 43,7 μονάδες, έναντι 53,3 μονάδων κατά τον αντίστοιχο μήνα του 2018. Πτώση καταγράφουν και άλλοι επιμέρους δείκτες που σχετίζονται με τα δημόσια έργα, όπως οι προβλέψεις μελλοντικών εργασιών και απασχόλησης στον κλάδο.

Από τις επιχειρήσεις του κατασκευαστικού τομέα, το 56% δήλωσε ότι αναμένει ακόμα λιγότερες θέσεις απασχόλησης, έναντι μόλις 9% που προβλέπουν αύξησή τους. 

Το χειρότερο είναι ότι, ενώ είχε επισημανθεί η έλλειψη στον σχεδιασμό των έργων νέας γενιάς, ήδη από το 2016, δηλαδή πολύ πριν την ολοκλήρωση των έργων των μεγάλων οδικών αξόνων, εν τέλει δεν αποφεύχθηκε η σημερινή κατάσταση “ανομβρίας” στον κλάδο.

Ενδεικτικό της μείωσης της πίτας των δημοσίων έργων υποδομής που έχει σημειωθεί είναι ότι, συνολικά κατά την τριετία 2015-2017, οι διαγωνισμοί έργων αξίας άνω των 2 εκατ. υποχώρησαν κατά 60% σε ετήσια βάση σε σχέση με την προηγούμενη πενταετία.

Πενιχρή απορρόφηση στο ΕΣΠΑ

Σε σχετική ανάλυσή της πριν από μερικούς μήνες, η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) σημείωνε ότι το 2018 και το 2019 αποτελούν κρίσιμα έτη για την πορεία του ΕΣΠΑ 2014-2020, προκειμένου να επιτευχθεί αναστροφή της υποτονικής τάσης στην απορρόφηση που παρατηρήθηκε την περίοδο 2017-2018.

Παράλληλα, τόνιζε ότι εκτός από την απαιτούμενη επιτάχυνση της σχετικής προσπάθειας, χρειάζεται και εξορθολογισμός του επιχειρησιακών προγραμμάτων με ένταξη και υλοποίηση νέων έργων, αλλά και απένταξη όσων, για διάφορους λόγους, δεν προχωρούν.

Άλλωστε, έχει αρχίσει να γίνεται πλέον ορατός ο κίνδυνος απώλειας κοινοτικών κονδυλίων, καθώς παρότι διανύουμε το έκτο έτος του ΕΣΠΑ της περιόδου 2014-2020, τα κεφάλαια που έχουν απορροφηθεί δεν ξεπερνούν το 25% των διαθέσιμων 19,5 δισ. ευρώ. Στην περίπτωση των έργων υποδομών, έχουν εγκριθεί έργα 3,3 δισ. ευρώ που αντιστοιχούν στο 32% των διαθέσιμων κονδυλίων.

Υπέρογκες εκπτώσεις

Το ζήτημα της έλλειψης έργων γεννά κι άλλες παθογένειες, καθώς γιγαντώνεται και το πρόβλημα με τις υπέρογκες εκπτώσεις που υποχρεώνονται να δώσουν αρκετές εταιρείες του κλάδου, προκειμένου να εξασφαλίσουν – έστω και επί ζημία – κάποιες ταμειακές ροές και να διατηρήσουν ενεργό τον κατασκευαστικό τους μηχανισμό.

Σύμφωνα με στελέχη του κλάδου, το μεγαλύτερο ποσοστό των δημοσίων έργων εκτελείται πλέον κάτω του κόστους, κατάσταση που εκ των πραγμάτων θα οδηγήσει σε κακοτεχνίες και προβληματικά έργα, απειλώντας ταυτόχρονα και την μελλοντική βιωσιμότητα των εταιρειών. 

economistas.gr