Η ώρα των ανακοινώσεων των μέτρων στήριξης της βιομηχανίας έπειτα από μήνες διαβουλεύσεων έφτασε, με τον κλάδο να αναμένει «καλά νέα». Το πακέτο παρεμβάσεων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους, το οποίο αποτέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης τόσο με τους βιομηχανικούς φορείς όσο και με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, φέρεται να οριστικοποιήθηκε σε συνάντηση που πραγματοποιήθηκε την περασμένη Πέμπτη μεταξύ του υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας Σταύρου Παπασταύρου και του προέδρου του ΣΕΒ Σπύρου Θεοδωρόπουλου. Οι σχετικές ανακοινώσεις εκτιμάται ότι θα γίνουν εντός της εβδομάδος.

Εχουν μεσολαβήσει τέσσερις μήνες από τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, στη γενική συνέλευση του ΣΕΒ στις 7 Οκτωβρίου, για επικείμενα μέτρα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της βιομηχανίας. Στο διάστημα αυτό, και παρά τη σταθερή επιδείνωση του οικονομικού και γεωπολιτικού περιβάλλοντος, η βιομηχανία παρέμεινε σε στάση αναμονής. Προηγήθηκαν δύο διυπουργικές συσκέψεις υπό τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη και ακολούθησε πυκνός κύκλος επαφών με τους εκπροσώπους του κλάδου, μέσω των οποίων φαίνεται να διαμορφώθηκε ένα πακέτο που επιχειρεί να απαντήσει στο διαχρονικό και υπαρξιακό για τις ενεργοβόρες επιχειρήσεις ζήτημα του υψηλού ενεργειακού κόστους.

«Υπάρχει συνεχής διάλογος με το υπουργείο και τα δεδομένα δείχνουν ότι κινούμαστε σε θετική κατεύθυνση. Εκτιμώ ότι σύντομα θα υπάρξουν καλά νέα για τη βιομηχανία», δηλώνει στην «Κ» ο πρόεδρος του ΣΕΒ, συνδέοντας ωστόσο τις καθυστερήσεις και με τις ευρωπαϊκές διαδικασίες. «Δεν είναι μόνο ο διάλογος ο δικός μας, γίνεται και ένας παράλληλος διάλογος με την Ευρώπη. Δεν εξαρτώνται τα πάντα από την ελληνική κυβέρνηση και από εμάς. Υπάρχει και ένας τρίτος παράγοντας ο οποίος κινείται με τους δικούς του ρυθμούς», σημειώνει, εκφράζοντας πάντως την αισιοδοξία του για το αποτέλεσμα.

Η πίεση για τη μείωση του ενεργειακού κόστους δεν αποτελεί μόνο ελληνικό αίτημα. Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο, που αντιπροσωπεύουν κύκλο εργασιών άνω του 1,5 τρισ. ευρώ και απασχολούν 6,6 εκατ. εργαζομένους, βρίσκονται αντιμέτωπες με πρωτοφανείς προκλήσεις. Το ενεργειακό κόστος παραμένει υπερδιπλάσιο σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, οι τιμές των δικαιωμάτων CO2 έχουν σχεδόν τετραπλασιαστεί σε σύγκριση με την προ πανδημίας περίοδο, και οι πιέσεις από τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές και τις σοβαρές παγκόσμιες διαταραχές στο εμπόριο επιδεινώνονται περαιτέρω από τους αμερικανικούς δασμούς.

Από το 2008, 1,5 εκατ. θέσεις εργασίας στις ενεργοβόρες επιχειρήσεις χάθηκαν. Η κατάσταση επιδεινώνεται ραγδαία, με τα επίπεδα παραγωγής το 2025 να έχουν μειωθεί έως και κατά 40% και πάνω από 14% για τους περισσότερους τομείς σε σύγκριση με το 2018. Το εμπορικό ισοζύγιο των ενεργοβόρων βιομηχανιών της Ε.Ε. είναι ολοένα και πιο αρνητικό από το 2018, ενώ εκτιμάται ότι μόνο το 2025 χάθηκαν περίπου 200.000 θέσεις εργασίας στον κλάδο.

Υπό αυτές τις συνθήκες και ενόψει της άτυπης συνόδου κορυφής της Ε.Ε. για την ανταγωνιστικότητα στις 12 Φεβρουαρίου, οι ενεργοβόρες βιομηχανίες με κοινό ανακοινωθέν τους καλούν την Ε.Ε. να αναλάβει άμεση δράση, με πρώτη προτεραιότητα την αντιμετώπιση της αύξησης του κόστους άνθρακα και των επίμονα υψηλών τιμών και κόστους ενέργειας. «Η Ευρώπη πρέπει επειγόντως να μειώσει το συνολικό κόστος του ενεργειακού συστήματος – συμπεριλαμβανομένων των χρεώσεων δικτύου, των εθνικών φόρων και τελών...» αναφέρει το σχετικό κείμενο.

Για τις ελληνικές επιχειρήσεις, που επιβαρύνονται με έως και 40% υψηλότερο ενεργειακό κόστος σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, το ζήτημα αποκτά ακόμη επείγον χαρακτήρα. Οι συζητήσεις με τη βιομηχανία για τη μείωση του ενεργειακού κόστους και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της ξεκίνησε με την εισήγηση του ΣΕΒ προς τους συναρμόδιους υπουργούς για την υιοθέτηση του αποκαλούμενου ιταλικού μοντέλου, το οποίο και παρέμεινε το βασικό αίτημα του κλάδου καθ’ όλη τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων.

Το ιταλικό μοντέλο προβλέπει τιμή ενέργειας στα 55 ευρώ/mwh για τρία χρόνια, με τη μορφή ενεργειακού δανείου που θα αποπληρωθεί σε βάθος 20ετίας μέσω παραγωγής από νέα έργα ΑΠΕ που θα κατασκευάσουν οι επιλέξιμες επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με τα όσα έχουν διαρρεύσει από κύκλους του ΥΠΕΝ, δεν έγινε αποδεκτό από την Κομισιόν με το επιχείρημα ότι είναι εκτός του νέου πλαισίου για τις κρατικές ενισχύσεις (CISAF).

Η βιομηχανία ωστόσο αμφισβητεί την ερμηνεία αυτή, επικαλούμενη το προηγούμενο της Ιταλίας και σχετική επιστολή (comfort letter) της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία ο μηχανισμός δεν εξετάστηκε ως κρατική ενίσχυση αλλά ως εργαλείο ανάπτυξης των ΑΠΕ.

Το CISAF προβλέπει ανώτατη τιμή 50 ευρώ/mwh, η οποία στην πράξη περιορίζεται λόγω του συμψηφισμού με την αντιστάθμιση CO2, τον μηχανισμό δηλαδή μέσω του οποίου η ενεργοβόρος βιομηχανία αποζημιώνεται για το κόστος των CO2 με το οποίο επιβαρύνεται το ρεύμα που καταναλώνει. Τους περιορισμούς αυτούς έχει επικαλεστεί και η κυβέρνηση για τις καθυστερήσεις, με τη βιομηχανία να επισημαίνει ότι η αντιστάθμιση δεν αποτελεί πρόσθετο μέτρο, αλλά πάγιο μηχανισμό που ισχύει εδώ και πάνω από μία δεκαετία. «Η Ευρώπη λέει ότι δεν μπορείς να δίνεις λεφτά από το CISAF και παράλληλα να δίνεις από άλλα μέτρα, όπως, για παράδειγμα, η αντιστάθμιση», είπε πρόσφατα στη Βουλή ο υφυπουργός Νίκος Τσάφος. «Με την αντιστάθμιση εν ισχύι χάθηκε το ήμισυ της βιομηχανικής παραγωγής της Ευρώπης. Ηταν σε ισχύ η αντιστάθμιση όταν ο Ντράγκι έθεσε το θέμα ενίσχυσης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, αλλά και όταν ο πρωθυπουργός δεσμεύτηκε για μέτρα στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας», απαντούν κύκλοι της βιομηχανίας. Αναγνωρίζουν ωστόσο τις προσπάθειες του κ. Τσάφου να ενισχύσει τον μηχανισμό αντιστάθμισης μετά τις αναπροσαρμογές του σχετικού συντελεστή από την Ε.Ε. Στην περίπτωση της Ελλάδας η ταχεία απολιγνιτοποίηση έχει οδηγήσει σε μείωση του συντελεστή από 0,73 TCO2/MWH σε περίπου 0,58 TCO2/MWH, με περαιτέρω πτωτική πορεία να προβλέπεται την επόμενη πενταετία. Αυτό μεταφράζεται σε εκτιμώμενη μείωση 17 εκατ. ετησίως των πόρων που διοχετεύονται για την αντιστάθμιση στις επιλέξιμες επιχειρήσεις (που είναι περίπου 60 στην Ελλάδα), επειδή το ανθρακικό αποτύπωμα της χώρας έγινε πιο πράσινο και μειώθηκε η επιβάρυνση της βιομηχανίας από τους ρύπους. Για να αποφευχθεί αυτή η συρρίκνωση, το ΥΠΕΝ επιδιώκει να εισαχθεί στον υπολογισμό και ο περιφερειακός συντελεστής, ο οποίος λαμβάνει υπόψη το ενεργειακό αποτύπωμα γειτονικών χωρών. Στο τραπέζι βρίσκονται κυρίως η Βουλγαρία και η Ρουμανία, με συντελεστές της τάξης των 0,91 και 0,96 TCO2/MWH αντίστοιχα, αισθητά υψηλότερους από τον ελληνικό.

Η αγορά αναμένει πλέον τις τελικές ανακοινώσεις, με τα μέτρα –σύμφωνα με τις κυβερνητικές δεσμεύσεις– να ισχύουν αναδρομικά από 1/1/2025. Εκπρόσωποι του κλάδου εκτιμούν ότι το πακέτο θα περιλαμβάνει τόσο το ιταλικό μοντέλο όσο και βελτιώσεις στην αντιστάθμιση, ενώ οι επιχειρήσεις μέσης τάσης προσβλέπουν και σε παρεμβάσεις στις χρεώσεις ΕΤΜΕΑΡ και ΥΚΩ.

Χρύσα Λιάγγου, Καθημερινή