Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ συνέδραμαν στη θέσπιση μιας παγκόσμιας οικονομικής τάξης πραγμάτων υποθέτοντας πως το ελεύθερο εμπόριο αποβαίνει προς όφελος όσων συμμετέχουν σε αυτό. Στη μεταπολεμική περίοδο, καμία οικονομία δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί την αμερικανική. Η μεταπολεμική ανάπτυξη οφειλόταν όχι μόνο στη μεγάλη εγχώρια ζήτηση αλλά και στο εμπόριο, που προσέφερε ευημερία και ασφάλεια στην Αμερική και στους εταίρους της.

Σε γενικές γραμμές τα ίδια ισχύουν και σήμερα. Οταν ανταλλάσσουμε αγαθά με μια άλλη χώρα υπό τους ίδιους όρους, επωφελούνται και οι δύο πλευρές. Για να διατηρήσουμε τις ίδιες συνθήκες, πρέπει να ενδιαφερθούμε σοβαρά για τις παραβιάσεις των διεθνών εμπορικών κανόνων. Πρέπει να επιβάλουμε την τήρηση των κανόνων.

Επιδιώκοντας την οικονομική και περιφερειακή κυριαρχία της, η Κίνα παραβιάζει συστημικά τους κανόνες του εμπορίου. Οταν έγινε δεκτή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2001, οι ΗΠΑ τη στήριξαν για δύο λόγους: ήλπιζαν πως έτσι θα αποκτούσαν οι αμερικανικές εταιρείες άμεσα καλύτερη πρόσβαση στις αγορές της Κίνας και τελικά ότι θα ακολουθούσε η πολιτική απελευθέρωσης των αγορών της Κίνας. Δεν έγινε τίποτε από τα δύο.

Αντί να ανοίξει τις πόρτες της στις εξαγωγές των ΗΠΑ, η Κίνα έχει περιορίσει τον ανταγωνισμό σε κάθε βήμα. Εχει δώσει ώθηση στις κρατικές επιχειρήσεις της με την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας από τις αμερικανικές επιχειρήσεις καθώς αναγκάζει όσες ξένες επιχειρήσεις ενδιαφέρονται για την κινεζική αγορά να δημιουργούν «κοινοπραξίες» με κινεζικές επιχειρήσεις που ειδικεύονται στην εμπορική κατασκοπεία και στην κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας. Εχει, άλλωστε, αγοράσει αμερικανικούς τίτλους για να εξωθήσει ανοδικά το δολάριο και να γίνουν, έτσι, πιο ακριβές οι αμερικανικές εξαγωγές.

Επιπλέον, χειραγωγεί το νόμισμά της. Το ελεύθερο» εμπόριο με την Κίνα έχει επιφέρει βραχυπρόθεσμα οφέλη στους καταναλωτές υπό τη μορφή φτηνών προϊόντων και στις αμερικανικές επιχειρήσεις υπό τη μορφή υψηλότερων περιθωρίων κέρδους.

Υπήρξε, όμως, καταστρεπτικό για τους Αμερικανούς εργαζομένους και τον μεταποιητικό τομέα των ΗΠΑ. Η είσοδος της Κίνας στο διεθνές εμπορικό σύστημα εξαφάνισε τουλάχιστον 2,4 εκατ. θέσεις από την αμερικανική αγορά εργασίας από το 1999 έως το 2011.

Ο πρόεδρος Τραμπ έχει δίκιο όταν λέει πως η Αμερική έχει πέσει θύμα εκμετάλλευσης. Η Ουάσιγκτον επέλεξε να μην αυξήσει τους δασμούς στις κινεζικές εισαγωγές όταν σημείωσαν αιφνίδια άνοδο μολονότι η Κίνα είχε δεχθεί να το επιτρέψει όταν ήθελε τη στήριξη πολλών χωρών για την ένταξή της στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου.

MARCO RUBIO / THE NEW YORK TIMES

Η κυβέρνηση των ΗΠΑ διαθέτει ακόμη όπλα για να υπερασπισθεί τα εθνικά συμφέροντα. Ο δασμοί στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου είναι μόνον ένα από αυτά. Δεν επαρκούν όμως καθώς εφαρμόζονται στα προϊόντα πολλών χωρών και δεν πλήττουν περισσότερο τους παραβάτες. Αυξάνουν, αντιθέτως, το κόστος της παραγωγής για ορισμένες βιομηχανίες των ΗΠΑ αντί να βοηθούν τους Αμερικανούς εργάτες.

Χρειάζονται πρόσθετα μέτρα κατά της Κίνας. Πέρυσι το Γραφείο του εκπροσώπου Εμπορίου των ΗΠΑ εγκαινίασε έρευνες για την κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας από κινεζικές επιχειρήσεις. Η κυβέρνηση Τραμπ πρέπει να προωθήσει περαιτέρω αυτές τις έρευνες, να επιβάλει δασμούς σε κινεζικές βιομηχανίες που αναπτύσσονται κλέβοντας πνευματικά δικαιώματα και το μέγεθος των δασμών να είναι ανάλογο της ζημίας που υφίστανται οι αμερικανικές βιομηχανίες. Πρέπει επίσης να απαγορεύσει τις επενδύσεις κινεζικών επιχειρήσεων σε βιομηχανικούς κλάδους στους οποίους οι Κινέζοι εμποδίζουν τις αμερικανικές επενδύσεις. Και αν οι Κινέζοι απειλήσουν με αντίμετρα και προσφύγουν στον ΠΟΕ, πρέπει να αρπάξουν οι ΗΠΑ την ευκαιρία για να αναγκάσουν την Κίνα να αποκηρύξει δημοσίως

τις πρακτικές της.