Με τη βάση πελατών να πλησιάζει τα 2 εκατομμύρια, την καθημερινή χρήση να ενισχύεται και την απόκτηση της άδειας για να λειτουργεί βάσει ελληνικού IBAN να είναι προ των πυλών, η Revolut εισέρχεται σε νέα φάση για την ελληνική αγορά. Οπως σημειώνει σε δηλώσεις του στην «Καθημερινή» (Ευγενία Τζώρτζη) ο επικεφαλής ανάπτυξης της Revolut για τη Νότια Ευρώπη, Ιγνάσιο Ζουνζουνέγκι, η λειτουργία βάσει ελληνικού IBAN που αναμένεται εντός του έτους θα επιτρέψει στη Revolut να αυξήσει το μερίδιό της στους λογαριασμούς μισθοδοσίας και κυρίως να ενισχύσει τη δραστηριότητά της στην ελληνική αγορά, καθιστώντας τη Revolut ως βασικό λογαριασμό για καθημερινές συναλλαγές.
Ηδη με βάση τα στοιχεία του 2025 «όλο και περισσότεροι χρήστες μάς χρησιμοποιούν σε τοπικό επίπεδο για την καθημερινότητά τους», αναφέρει ο Ιγνάσιο Ζουνζουνέγκι, καθώς οι εγχώριες συναλλαγές αντιστοιχούσαν στο 67% του συνόλου το 2025 (έναντι 33% των διεθνών), γεγονός που υπογραμμίζει την ενσωμάτωση της Revolut στην καθημερινότητα των Ελλήνων.
«Η εμπειρία από άλλες αγορές, όπως η Ισπανία, δείχνει ότι το IBAN λειτουργεί καταλυτικά», εξηγεί, καθώς έχει «πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα στις καταθέσεις και στη χρήση». «Στόχος είναι η αύξηση των λογαριασμών μισθοδοσίας – ένα πεδίο στο οποίο η ελληνική αγορά εμφανίζει ιδιαιτερότητες λόγω της ισχυρής σχέσης εργοδότη», παραδέχεται. Ωστόσο, η στρατηγική της Revolut δεν περιορίζεται μόνο στην άμεση μεταφορά μισθοδοσίας. «Ακόμη κι αν ο μισθός βρίσκεται σε άλλη τράπεζα, θέλουμε να γίνουμε ο κύριος λογαριασμός χρήσης», σημειώνει, περιγράφοντας ένα μοντέλο όπου το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων μεταφέρεται στη Revolut για καθημερινές συναλλαγές.
Παρά το γεγονός ότι η ευρεία πελατειακή της βάση είναι στο δωρεάν πακέτο συναλλαγών (standard), δηλαδή χωρίς μηνιαία χρέωση, οι πελάτες που επέλεξαν να ενταχθούν σε συνδρομητικά πακέτα αυξήθηκαν κατά 47% σε ετήσια βάση. Ο επικεφαλής ανάπτυξης της Revolut για τη Νότια Ευρώπη επισημαίνει ότι ακόμη και με αυτή τη διάρθρωση της πελατειακής της βάσης, το μοντέλο ανάπτυξης είναι κερδοφόρο, καθώς βασίζεται στη δημιουργία εσόδων από τη χρήση της κάρτας. «Οι συνδρομητικοί λογαριασμοί είναι μία από τις πηγές εσόδων μας, αλλά δεν αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το 23% των εσόδων μας παγκοσμίως», υπογραμμίζει ο Ιγνάσιο Ζουνζουνέγκι, καθώς, όπως εξηγεί, η Revolut παράγει έσοδα από πηγές όπως το συνάλλαγμα, η διαχείριση περιουσίας και οι συναλλαγές. «Το μοντέλο κερδοφορίας βασίζεται στη συνεχή ανάπτυξη», εξηγεί, όπως δείχνει η αύξηση των κερδών προ φόρων του ομίλου κατά 57% σε ετήσια βάση και η αύξηση του περιθωρίου κέρδους στο 38%, από 35% το 2025. «Στο ερώτημα αν η Revolut είναι κερδοφόρα απαντώ ότι δεν είναι μόνο κερδοφόρα, αλλά είναι και πιο κερδοφόρα καθώς αναπτύσσεται», σημειώνει, διακρίνοντας παράλληλα ως συγκριτικό πλεονέκτημα τη δομική διαφοροποίηση των πηγών εσόδων που έχει υιοθετήσει. «Το γεγονός ότι το 76% των εσόδων μας βασίζεται σε προμήθειες μας καθιστά πολύ πιο ανθεκτικούς σε μια πιθανή πτώση των επιτοκίων σε σύγκριση με μια παραδοσιακή τράπεζα», ενώ «η ενίσχυση κατά 67% των εσόδων από συνδρομές επικυρώνει τη θέση μας ότι το μέλλον των τραπεζών βασίζεται σε ένα μοντέλο συνδρομής».
Ιδιαίτερο βάρος δίνεται και στο Revolut Business, το οποίο στην Ελλάδα αυξήθηκε κατά 47%, με τη διοίκηση να το χαρακτηρίζει βασικό πυλώνα ανάπτυξης, ειδικά σε αγορές όπως η ελληνική, με έντονη τουριστική δραστηριότητα.
thessaliaeconomy.gr (απο το ρεπορτάζ της Eυγενίας Τζώρτζη στην Καθημερινή)






