Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες του thessaliaeconomy.gr, ο διευθύνων σύμβουλος της τράπεζας Τάσος Λάππας ενημέρωσε σχετικά το Διοικητικό Συμβούλιο, μεταφέροντας παράλληλα τις επισημάνσεις που έχουν γίνει από την Τράπεζα της Ελλάδος για την ανάγκη ενίσχυσης της κεφαλαιακής της βάσης.
Κατά τις ίδιες πληροφορίες, το χρονικό περιθώριο που έχει τεθεί φτάνει έως το τέλος του 2026 και το κρίσιμο ζητούμενο είναι η εξεύρεση επενδυτή που θα εισφέρει νέα κεφάλαια, επιτρέποντας στην τράπεζα να ενισχύσει την ευρωστία και τους εποπτικούς της δείκτες.
Η αναζήτηση, ωστόσο, συνοδεύεται από μια βασική προϋπόθεση: η είσοδος νέων κεφαλαίων να γίνει με τρόπο που δεν θα οδηγήσει στην απώλεια του συνεταιριστικού χαρακτήρα της Τράπεζας. Αυτό καθιστά το εγχείρημα περισσότερο σύνθετο, καθώς η διοίκηση καλείται να συνδυάσει την ανάγκη ουσιαστικής κεφαλαιακής ενίσχυσης με τη διατήρηση της σημερινής φυσιογνωμίας και του τοπικού χαρακτήρα του πιστωτικού ιδρύματος.
Το «καμπανάκι» είχε χτυπήσει από τον Ιούλιο
Η εξέλιξη δεν έρχεται εντελώς αιφνιδιαστικά. Το thessaliaeconomy.gr είχε αποκαλύψει από τις 20 Ιουλίου το ιδιαίτερα σημαντικό σημείο της έκθεσης του ανεξάρτητου ορκωτού ελεγκτή Grant Thornton για τις οικονομικές καταστάσεις του 2025.
Η Grant Thornton είχε συμπεριλάβει στην έκθεσή της ειδική παράγραφο με τίτλο «Ουσιώδης αβεβαιότητα που σχετίζεται με τη συνέχιση της δραστηριότητας», εφιστώντας την προσοχή στα όρια των εποπτικών δεικτών κεφαλαιακής επάρκειας και στις ενέργειες που σχεδίαζε η διοίκηση για την ενίσχυσή τους. Ο ορκωτός ελεγκτής σημείωνε ότι οι συγκεκριμένες συνθήκες θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να επηρεάσουν τα μελλοντικά αποτελέσματα και την κεφαλαιακή επάρκεια και να δημιουργήσουν «σημαντική αμφιβολία» ως προς τη δυνατότητα συνέχισης της δραστηριότητας. Η ελεγκτική γνώμη, πάντως, δεν ήταν διαφοροποιημένη ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα.
Η ίδια η Τράπεζα έχει δημοσιοποιήσει στην ιστοσελίδα της τόσο την Ετήσια Χρηματοοικονομική Έκθεση του 2025 όσο και τα στοιχεία του Πυλώνα ΙΙΙ, δηλαδή τις εποπτικές πληροφορίες που αφορούν, μεταξύ άλλων, την κεφαλαιακή της θέση.
Μεγαλύτερη τράπεζα, αλλά με ανάγκη κεφαλαίων
Η εικόνα έχει μια ενδιαφέρουσα αντίφαση. Η Τράπεζα Θεσσαλίας δεν βρίσκεται σε φάση συρρίκνωσης των εργασιών της. Αντιθέτως, το 2025 αύξησε σημαντικά βασικά μεγέθη και πραγματοποίησε μια μεγάλη κίνηση εξυγίανσης του χαρτοφυλακίου της.
Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα στοιχεία της, οι καταθέσεις στο τέλος του 2025 είχαν φτάσει τα 398,35 εκατ. ευρώ, αυξημένες κατά 11,5%, ενώ τα δάνεια μετά τις προβλέψεις διαμορφώθηκαν στα 237,6 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 12%. Παράλληλα, τα ίδια κεφάλαια αυξήθηκαν κατά 1,159 εκατ. ευρώ ή 4,76%.
Το σημαντικότερο βήμα ήταν η δραστική μείωση των «κόκκινων» δανείων. Με την πώληση μεγάλου χαρτοφυλακίου μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων και άλλες κινήσεις διαχείρισης, αυτά μειώθηκαν σχεδόν κατά το ήμισυ μέσα σε έναν χρόνο.
Η εξυγίανση, όμως, είχε κόστος. Η λειτουργική κερδοφορία προ προβλέψεων, απομειώσεων και φόρων ήταν περίπου 5,5 εκατ. ευρώ, αλλά σχεδόν ολόκληρο το ποσό χρησιμοποιήθηκε για προβλέψεις που συνδέονταν με την προετοιμασία της πώλησης προβληματικών δανείων. Έτσι, τα καθαρά κέρδη του 2025 περιορίστηκαν σε μόλις 110.300 ευρώ.
Η δύσκολη εξίσωση του επενδυτή
Κάπως έτσι εξηγείται και η σημερινή κινητικότητα. Η τράπεζα έχει αυξήσει καταθέσεις και χορηγήσεις, έχει «καθαρίσει» σημαντικό μέρος των προβληματικών δανείων της, αλλά χρειάζεται ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση για να ανταποκριθεί στις αυξανόμενες εποπτικές απαιτήσεις και να συνεχίσει απρόσκοπτα την ανάπτυξή της.
Η διοίκηση βρίσκεται, σύμφωνα με τις πληροφορίες του thessaliaeconomy.gr, μπροστά σε μια δύσκολη εξίσωση: να βρει το απαιτούμενο νέο χρήμα μέσα στους επόμενους μήνες, χωρίς να παραδώσει ταυτόχρονα τον έλεγχο και τη συνεταιριστική φυσιογνωμία της τράπεζας σε έναν στρατηγικό επενδυτή.
Και πλέον ο χρόνος αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Εφόσον επιβεβαιώνεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος έχει καταστήσει σαφή στη διοίκηση την ανάγκη κεφαλαιακής ενίσχυσης έως το τέλος του έτους, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται στο ύψος των κεφαλαίων που πρέπει να συγκεντρωθούν, στο μοντέλο με το οποίο θα μπουν στην τράπεζα και, κυρίως, στην ταυτότητα του επενδυτή που θα μπορούσε να συμμετάσχει στο εγχείρημα.










